Πολιτισμός της Χίου
Η ιστορία της Χίου
Η ιστορία της Χίου ξεκινά από την προϊστορική εποχή, στο τέλος της οποίας εγκαθίστανται στο νησί προελληνικές φυλές. Είναι ίσως ο μοναδικός τόπος που υπέστη τόσο μεγάλο αριθμό καταστροφών, είτε από πόλεμο και εισβολές, είτε από σεισμική δραστηριότητα. Με το πέρας της εποχής του χαλκού εγκαθίστανται στο νησί Ίωνες, με την Χίο να γίνεται μια από τις 12 πόλεις που αποτέλεσαν την Ιωνική Συνομοσπονδία.
Τον 8ο π.Χ. αιώνα γεννιέται στη Χίο, σύμφωνα με την παράδοση, ο Όμηρος, ο δημιουργός των σπουδαιότερων ίσως ποιητικών έργων του κόσμου και όλων των εποχών, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Μετά το τέλος της Ιωνικής Συνομοσπονδίας, η Χίος αναμείχθηκε στους διάφορους πόλεμους μεταξύ των ελληνικών πόλεων, ενώ την ίδια εποχή ιδρύεται εκεί η περίφημη Σχολή Γλυπτικής.
Το 495 π.Χ. η Χίος υποφέρει από την επίθεση των Περσών και λίγα χρόνια αργότερα συμμετέχει με τα πλοία της στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Κατά την εποχή της ακμής της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δέχθηκε βοήθεια από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τιβέριο, λόγω της καταστροφής της από τους σεισμούς. Στη Βυζαντινή πάλι εποχή οι Χιώτες ευημερούσαν, καθώς διέθεταν έναν άκρως ανταγωνιστικό εμπορικό στόλο, όμως, παρά την προσπάθεια των Βυζαντινών να υπερασπιστούν το νησί, το κατέλαβαν οι Βενετοί και μετά οι Γενοβέζοι, οι οποίοι κυριάρχησαν μέχρι το 1566, όταν και ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Στα χρόνια της επανάστασης, όταν παράλληλα με την υπόλοιπη Ελλάδα εξεγέρθηκε εναντίον του Οθωμανικού ζυγού, τιμωρήθηκε με τον χειρότερο τρόπο όταν οι Τούρκοι έσφαξαν 25000 και απήγαγαν 47000 κατοίκους ως σκλάβους. Η σφαγή της Χίου συγκλόνισε τον κόσμο και ενέπνευσε τον γνωστό ζωγράφο Delacroix, ο οποίος φιλοτέχνησε τον πινάκα "La massacre de Chιos". Σήμερα η Χίος φημίζεται για την ισχυρή της ναυτιλία και τη συμβολή αυτής στο διεθνές εμπόριο.
Έθιμα της Χίου
Τα καραβάκια
Κάθε χρόνο, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, αναβιώνει στην κεντρική πλατεία Βουνακίου της Χίου το έθιμο με τα Πρωτοχρονιάτικα Καραβάκια, που διοργανώνεται από την Περιηγητική Λέσχη Χίου και το Δήμο Χίου. Το έθιμο αυτό ξεκίνησε ως τιμή για τις νίκες του ελληνικού στόλου σε ναυμαχίες κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, από Χιώτες, Ψαριανούς και Έλληνες της Μικράς Ασίας. Ομάδες ατόμων από διάφορες συνοικίες της πόλης αρκετούς μήνες πριν προετοιμάζονται γι αυτή τη μέρα, κατασκευάζοντας με τέχνη και μεράκι εμπορικά και πολεμικά πλοία 5,5 μέτρων, σύμφωνα με τους κανονισμούς. Κάθε ομάδα παρουσιάζει το καραβάκι της, στο οποίο έχει δώσει ένα όνομα και στη συνέχεια τραγουδάει με τη συνοδεία της τραμπούκας (χιώτικο όργανο) ή κάποιες φορές και άλλων οργάνων, παινέματα, κάλαντα που δίνουν ευχές για το νέο έτος και σατιρίζουν πολλές φορές τα πολιτικά δρώμενα της περιοχής. Στο τέλος, η ομάδα που συνδυάζει το καλύτερο καραβάκι και παινέματα, βραβεύεται με χρηματικό έπαθλο και στη συνέχεια κάνει περιφορά το καραβάκι της στις γειτονιές της Χίου τραγουδώντας τα παινέματα. Κάθε χρόνο συμμετέχουν όλο και περισσότερες ομάδες, για τις οποίες η συμμετοχή και διατήρηση αυτού του εθίμου έχει ίση, αν όχι περοσσότερη, αξία από το ίδιο το έπαθλο.
Ο Αγάς
Κάθε χρόνο, την Καθαρά Δευτέρα, σε πολλά χωριά, όπως τα Μεστά, το Πυργί, το Λιθί και άλλα, το παραδοσιακό έθιμο του Αγά προκαλεί πάντα γέλιο. Το έθιμο αυτό ξεκίνησε από τον καιρό της Τουρκοκρατίας (1830-1840 μ.Χ.) και σατιρίζει τις δίκες των Τούρκων, όπως αυτές γίνονταν στην Τουρκοκρατία. Ο Αγάς είναι ο αυστηρός Τούρκος δικαστής που ορίζεται από τους κατοίκους του κάθε χωριού. Η προετοιμασία για το έθιμο ξεκινάει από το πρωί, και λίγο πρίν το μεσημέρι εισέρχεται στην κεντρική πλατεία πάνω σε ένα γαϊδουράκι ο Αγάς και ο εισαγγελέας ρίχνοντας κομφετί. Όταν ξεκινήσει το δικό τους δικαστήριο, κανείς παρευρισκόμενος δεν ξεφεύγει από την αυστηρότητα του δικαστή. Με βάση τις ποινές ο καθένας παρευρισκόμενος "υποχρεούται" να δώσει χρήματα, τα οποία και προορίζονται για τον πολιτιστικό σύλλογο, ενώ καμιά φορά συμπεριλαμβάνεται ως ποινή και ο "ακάβαλος", χτυπήματα με ένα πλαστικό ρόπαλο
Η Μόστρα των Θυμιανών
Τα έθιμο αυτό αναβιώνει στα Θυμιανά και ανάγεται την εποχή του Μεσαίωνα χωρίς ακριβώς να είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία του συμβάντος. Τότε, οι κάτοικοι γιόρταζαν μια Παρασκευή της Τυροφάγου, όταν το χωριό δέχτηκε επίθεση από πειρατές με σκοπό τη μαστίχα. Οι κάτοικοι, έχοντας ενημερωθεί για την επίθεση από τη βιγλάτορα, πήραν τα όπλα τους, νίκησαν τους πειρατές και τους κρέμασαν, τους "μόστραραν" δηλαδή στην κεντρική πλατεία. Την επόμενη χρονιά έκαναν αναπαράσταση της νίκης τους. Από τότε κάθε χρόνο την τελευταία Παρασκευή του Τριωδίου οι κάτοικοι μεταμφιέζονται με παλιά γυναικεία ή ανδρικά ρούχα και κρύβουν το πρόσωπό τους με αυτοσχέδιες προσωπίδες. Την Κυριακή μαζεύονται στο χωριό και χορεύουν τον παραδοσιακό χορό ταλιμί, έναν εντυπωσιακό χορό που στην ουσία αναπαριστά τις μάχες σώμα με σώμα των ντόπιων με τους πειρατές. Στη συνέχεια, με τη συνοδεία οργάνων, τραγουδούν ένα πολεμικό άσμα και κατευθύνονται προς την εκκλησία του Αγίου Ευστρατίου όπου δένουν στα κάγκελα χιώτικα λάβαρα και σημαίες. Σήμερα, η μόστρα έχει εμπλουτιστεί με πιο μοντέρνες μεταμφιέσεις και περιλαμβάνει ακόμη και σατιρικά άρματα.
Ο Ρουκετοπόλεμος
Ο ρουκετοπόλεμος είναι ένα φαντασμαγορικό έθιμο που γίνεται στο Βροντάδο και λαμβάνει χώρα το Μεγάλο Σάββατο της Ανάστασης. Πήρε το όνομα του από τους Χιώτες και πρόκειται στην ουσία για έναν αναίμακτο "πόλεμο" μεταξύ των ενοριών του Αγίου Μάρκου και της Παναγιάς Ερυθιανής, που βρίσκονται στην κορυφή δύο αντικριστών λόφων. Οι ρουκέτες αποτελούνται από δύο μέρη, έναν αυτοσχέδιο κύλινδρο που περιέχει το εκρηκτικό μείγμα (μείγμα νίτρου, θειαφιού και κάρβουνου) και έχει στην άκρη του το φυτίλι, και ένα ξύλο μακρύ και λεπτό, όπου δένεται ο κύλινδρος. Ο ρουκετοπόλεμος αντικατέστησε τα κανονάκια και τα όπλα "σουρντάδα", που προκαλούσαν δυνατές εκρήξεις και τα οποία έριχναν επί Τουρκοκρατίας το Μ. Σάββατο.
Όταν οι Τούρκοι από φόβο μήπως αυτό οδηγήσει σε κάποια εξέγερση τα επέσυραν το 1889, οι Βρονταδούσοι ξεκίνησαν το ρουκετοπόλεμο. Η ενορίτες από κάθε εκκλησία προετοιμάζονται πυρετωδώς και με ενθουσιασμό για το συγκεκριμένο υπέροχο βράδυ, όπου ο ουρανός γίνεται κόκκινος από τις ρουκέτες
Μουσεία της Χίου
Bυζαντινό Μουσείο
Το Βυζαντινό μουσείο της Χίου, που χτίστηκε τον 19ο αι., βρίσκεται στο κέντρο της Χίου. Είναι σε λειτουργία από το 1980 και περιλαμβάνει αντικείμενα που προέρχονται από δωρεές, συλλογές και ευρήματα ανασκαφών. Τα εκθέματά του χρονολογούνται μεταξύ της νεώτερης Χριστιανικής περιόδου και της Βυζαντινής (5ο-18ο αι. μ.Χ. )
Ναυτικό Μουσείο
Το Ναυτικό μουσείο βρίσκεται στο κέντρο της Χίου και στεγάζεται στο κτίριο που ανήκε στον Αναστάσιο και Μάρκο Πατέρα, οι κληρονόμοι των οποίων το δώρισαν στο δημόσιο το 1991, γι’ αυτό και διατηρεί το όνομα τους. Χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Είναι διώροφο με νεοκλασικό σχεδιασμό και πανέμορφες ναυτικές ζωγραφιές.
Αρχαιολογικό Μουσείο
Το μουσείο κατασκευάστηκε κατά την περίοδο 1966-1971. Καλύπτει μια περιοχή 2500 τ.μ., από τα οποία 1200 τ.μ. είναι χώροι εκθέσεων, ενώ τα υπόλοιπα 1300 τ.μ. είναι εργαστήρια, γραφεία και αποθηκευτικοί χώροι. Περιέχει συλλογές προϊστορικών και αρχαϊκών ευρημάτων από τις ανασκαφές του Βρετανικού Σχολείου στον Εμπορειό, νεοελληνικά ευρήματα απ’ τις βρετανικές ανασκαφές στο Άγιο Γάλας, παράλληλα με αρχαία και κλασικά ευρήματα από τις βρετανικές ανασκαφές στα Φανά.
Μουσείο Ιουστιάνη
Χρονολογείται μεταξύ του 14ο και 15ο αιώνα μ.Χ., και βρίσκεται στο κέντρο της Χίου, στο Κάστρο. Καταστράφηκε από τους Τούρκους και ξαναχτίστηκε την περίοδο 1980-86 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Είναι διώροφο και διατηρεί την εμφάνιση οχυρού. Στο βόρειο μέρος του υπάρχει ένα μονοπάτι εξόδου, το οποίο και οδηγεί στον βορειότερο πύργο του κάστρου. Φιλοξενεί βυζαντινές τοιχογραφίες, εικόνες, έργα βυζαντινής και γενοβέζικης γλυπτικής, και άλλα έργα τέχνης, μεταξύ των οποίων η εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ από το χωριό των Ολύμπων.
Η Βιβλιοθήκη Κοραή
Η Βιβλιοθήκη Κοραή της Χίου είναι μια απο τις πλέον σημαντικές περιφερειακές βιβλιοθήκες στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε απο την Εφορεία των Ορθόδοξων Σχολείων της Χίου και λειτούργησε αρχικά ως παράρτημα της παλαίφημης Σχολής της Χίου. Εμπνευστής και θεμελιωτής της βιβλιοθήκης ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833), μεγάλος Έλληνας λόγιος με τεράστιο συγγραφικό έργο, του οποίου το όνομα δόθηκε στη βιβλιοθήκη, όταν αυτή απέκτησε αυτοτέλεια, το 1928. Η πρώτη βιβλιοθήκη καταστράφηκε ολοσχερώς κατα τη σφαγή της Χίου, το 1839. Το έτος 1884 άρχισε να κτίζεται με δαπάνες της Εφορείας Σχολείων το τωρινό νεοκλασικό κτίριο, το οποίο η οικογένεια Αργέντη ανακαίνισε το 1948 και το 1978.Βασικό πυρήνα της βιβλιοθήκης αποτέλεσαν τα βιβλία και χειρόγραφα του Κοραή. Σ'αυτόν προστέθηκε η βιβλιοθήκη του Ι. Μ. Ανδρεάδη (1858). Ένας μεγάλος αριθμός Χίων λογίων δώρισε στη συνέχεια σημαντικό αριθμό βιβλίων. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και πάλι η προσφορά της οικογένειας Αργέντη στον πλουτισμό της βιβλιοθήκης, περιλαμβάνοντας βιβλία, πίνακες, χάρτες, κειμήλια, κ.λ.π.
Σήμερα η βιβλιοθήκη Κοραή διαθέτει περισσότερους απο εκατόν πενήντα χιλιάδες τόμους βιβλίων, με σημαντικές παλαίτυπες και σπάνιες εκδόσεις. Στη συλλογή της ακόμη περιλαμβάνει σπουδαία χειρόγραφα, κώδικες, χάρτες, εικόνες, φωτογραφίες και αρχείο εφημερίδων και περιοδικών. Σε ιδιαίτερους χώρους εκτίθεται η συλλογή ειδών λαικής τέχνης του πρώην Συλλόγου Αργέντη και η πλούσια συλλογή πινάκων της οικογένειας Αργέντη. Η σύγχρονη βιβλιοθήκη είναι ίδρυμα δημόσιου χαρακτήρα και εξακολουθεί να πλουτίζεται με βιβλία και άλλο πολιτιστικό υλικό, τόσο με ιδιωτικές δωρεές όσο και με δημόσιες παροχές. Έτσι εξυπηρετεί ερευνητές, αναγνώστες και επισκέπτες με τμήματα αναγνωστηρίου, δανειστικού, κινητής δανειστικής μονάδας, μουσείου λαικής τέχνης και πινακοθήκης.